Μεγάλη είναι η σημασία της γλώσσας του σώματος στην πολιτική ζωή και δη στην προεκλογική διαδικασία, με τους πολιτικούς να προσπαθούν να επηρεάσουν τους ψηφοφόρους επιστρατεύοντας, πέρα από αρχές, θέσεις και αντιπαραθέσεις, το ίδιο τους το σώμα, στέλνοντας «σιωπηλά», οπτικά μηνύματα προκειμένου να αντλήσουν θετικές εντυπώσεις, όπως εμπιστοσύνη, συμπάθεια, οικειότητα και σιγουριά.

Με αφορμή το debate των πολιτικών αρχηγών το οποίο θα διεξαχθεί απόψε Δευτέρα 22 Ιανουαρίου, λίγες μόλις ημέρες πριν τις προεδρικές εκλογές, η εκπομπή «Όλα στο φως» του Ράδιο πρώτο ασχολήθηκε με το ζήτημα, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τα «μυστικά» της καλής (ή κακής επικοινωνίας) των υποψήφιων προέδρων και να προσφέρει μια «άλλη όψη» στην θέαση της συζήτησης.

Μιλώντας στην εκπομπή ο ειδικός σε θέματα μη λεκτικής επικοινωνίας δρ Σάββας Τρίχας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις επιστημονικές έρευνες, η λεκτική επικοινωνία καλύπτει μόλις το 7% της συνολικής εικόνας μας με την μη λεκτική να καλύπτει το συντριπτικό 93%, παίζοντας σαφώς καταλυτικό ρόλο.

«Αυτό σημαίνει ότι όλη η προσοχή που δίνουμε στις λέξεις μας, γίνεται με λάθος τρόπο. Πέρα από τις λέξεις, υπάρχει ένας απέραντος κόσμος γεμάτος εκφράσεις του προσώπου, στάση του σώματος, χειρονομίες, αγγίγματα, μέχρι και το πώς συστέλλεται και διαστέλλεται η κόρη του ματιού, που μπορεί να μας πει κάτι. Όταν καταφέρουμε να δαμάσουμε τη μη λεκτική επικοινωνία, μπορούμε κάθε αλληλεπίδραση να την κάνουμε πολύτιμη», είπε.

Τόνισε δε ότι η γλώσσα του σώματος είναι κάτι που «ελέγχεται» μετά από πολύ σκληρή δουλειά.

Ο κ. Τρίχας υπενθύμισε ότι επί της ουσίας, ο κόσμος συνειδητοποίησε τη σημασία της γλώσσας του σώματος μετά το πρώτο τηλεοπτικό debate που διεξήχθη ποτέ ανάμεσα στον τότε Αμερικανό Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον και στον ανθυποψήφιό του ο οποίος εν τέλει κέρδισε και τις εκλογές, Τζσον Φ. Κένεντι το 1960. Τότε, ο έμπειρος πολιτικό Νίξον έχασε τη μάχη των εντυπώσεων και κατά συνέπεια τη μάχη της εκλογής από τον κατά πολύ νεότερό του Κένεντι.

Ο κ. Τρίχας τόνισε την σημασία της φυσιογνωμίας αυτής καθαυτής, η οποία μαρτυρά ότι άνθρωποι με πιο αρρενωπά κι ενήλικα χαρακτηριστικά επηρεάζουν θετικά την άποψη που σχηματίζει ένας τρίτος σε σχέση με την δυνατότητα επιτυχίας σε ένα πόστο ηγεσίας.

Αυτό, πρόσθεσε, συμβαίνει ακόμα και με πρόσωπα που δεν έχουμε δει ποτέ στη ζωή μας, φέρνοντας ως παράδειγμα το πείραμα κατά το οποίο οι ερευνητές προέβαλαν φωτογραφίες υποψηφίων από μακρινές και άγνωστες χώρες ανά ζεύγη σε ενήλικες και παιδιά, βάζοντάς τους να επιλέξουν αντιστοίχως ποιον θεωρούν εκ πρώτης όψεως ικανότερο για Πρόεδρό τους ή καπετάνιο τους. Στο συγκεκριμένο πείραμα, τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά κατάφεραν να προβλέψουν το αποτέλεσμα των εκλογών.

«Δεν υποστηρίζω ότι έχοντας μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία γίνεται κανείς αυτομάτως και πρόεδρος του κράτους, όμως αυτή η φυσιογνωμία έστω και λίγο επηρεάζει συνειδητά και ασυνείδητα τον τρόπο που ψηφίζουμε», είπε.

Στην ερώτηση πώς κάποιος μπορεί να αντιληφθεί ότι ο συνομιλητής του ψεύδεται, ο κ. Τρίχας απάντησε ότι αυτό που θα πρέπει να γίνεται είναι μια σύγκριση του κάθε ανθρώπου με τον «αληθινό» του εαυτό, κάτι που προϋποθέτει ένα διάστημα παρατήρησης.

Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτή τη διαδικασία;

«Μόλις δούμε ένα πρόσωπο, το μυαλό μας κατακλύζεται από οπτικές πληροφορίες. Αυτά είναι στερεότυπα. Εκείνη την ώρα, ενεργοποιούμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας όλες τις πληροφορίες που έχουμε από προηγούμενες αλληλεπιδράσεις και κρίνουμε αν ταιριάζουν μεταξύ τους», σημείωσε και υπογράμμισε ότι λόγω της «καλής» τους φυσιογνωμίας, κάποια πρόσωπα βρίσκουν ευκολότερα το δρόμο προς την ηγεσία.

Όσον αφορά στη στάση του σώματος, ο κ. Τρίχας επισήμανε ότι η συμβουλή που λαμβάνουν πολιτικοί και υποψήφιοι από τους επικοινωνιολόγους σε παγκόσμιο επίπεδο τους είναι να παίρνουν «ανοιχτές» στάσεις του σώματος και να αποφεύγουν τις κλειστές, όπως σταυρωμένα χέρια και καμπούριασμα της πλάτης, καθώς αυτές στέλνουν «αρνητικά» μηνύματα.

Ερωτηθείς αναφορικά με το ζήτημα της χειραψίας, απάντησε ότι αυτή έχει πολλά και μεγάλα μυστικά.

«Οι ερευνητές την χαρακτηρίζουν ως “μη λεκτική υπογραφή”, γιατί είναι τόσο σημαντική και συγκεκριμένη και κανείς δεν μπορεί να τη μιμηθεί. Με τη χειραψία δημιουργεί κανείς ξεκάθαρες εντυπώσεις. Έχουμε διαφόρων ειδών κακές χειραψίες», όπως εκείνη που σε τραντάζει ολόκληρο, εκείνη που σε σφίγγει πολύ, η υγρή και ιδρωμένη χειραψία, αλλά κι εκείνη που είναι τόσο χαλαρή που δείχνει αδιαφορία.

Δείτε ολόκληρη την συζήτηση με τον δρ Σάββα Τρίχα στο σχετικό βίντεο.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ